Αντέχει η Ελλάδα τη γεωστρατηγική της αναβάθμιση;

Του Αλέξανδρου Δρίβα

Τα τελευταία 15 έτη η Ελλάδα ταλανίζεται από τα περισσότερα προβλήματα που ταλανίζουν τον δυτικό κόσμο. Κάθε κρίση έχει διαφορετικές επιπτώσεις σε κάθε χώρα, καθώς η τρωτότητά της στις κρίσεις εξαρτάται εν πολλοίς από την ίδια της την ισχύ. Αυτό είναι και ένα βασικό επιχείρημα της ρεαλιστικής σχολής σκέψης η οποία παρόλο που δεν μηδενίζει τον ρόλο των διεθνών και υπερεθνικών οργανισμών, δεν υπερτιμά τις δυνατότητές τους.

Η κρίση της Ευρωζώνης χτύπησε περισσότερο την Ελλάδα και άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, όμως τότε, οι χώρες του Βορρά είχαν κάποια ανθεκτικότητα. Η Ελλάδα έχει γίνει θύμα πέντε μεγάλων κρίσεων από το 2009 και μετά. Οικονομική κρίση, προσφυγική κρίση, ελληνοτουρκική κρίση, πανδημία και τώρα, οι πολυεπίπεδες επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία. Δεδομένης της καταθλιπτικής εσωτερικής μας επικαιρότητας, τη μεγάλη εικόνα της Ελλάδας την απασχολούν δύο ερωτήματα τα οποία συνδέουν το εσωτερικό με το εξωτερικό και τελικά, συνιστούν ένα θεμελιώδες και υπαρξιακό ερώτημα για το μέλλον της. Μπορεί η Ελλάδα να αντέξει τη γεωστρατηγική της αναβάθμιση; Αντέχει η Ε.Ε. μια αποσταθεροποίηση της Ελλάδας;

Πριν απ’ όλα, καλό είναι να ορίσουμε μια υπερπληθωρισμένη έννοια των ημερών. Αποσταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος μιας χώρας σημαίνει ότι η χώρα αυτή έχει τόσο αβέβαιο πολιτικό μέλλον το οποίο εύκολα ευθυγραμμίζεται με φόβους για ακυβερνησία. Όσο υπάρχουν εναλλακτικές (η δημοκρατία ως πολίτευμα έχει τεράστια ανθεκτικότητα σε τέτοιες κρίσεις) η αποσταθεροποίηση δεν υπακούει σε κάποιον ντετερμινισμό. Παρατηρώντας άλλες ευρωπαϊκές χώρες που και μέσα από την επικαιρότητά μας αποδεικνύονται ακόμη πολύ πιο ανεπτυγμένες πολιτικά από την Ελλάδα, θα εξάγουμε το συμπέρασμα ότι η συνεργασία είναι όχι μόνο λύση αλλά και διέξοδος για την αντιμετώπιση μεγάλων ζητημάτων. Επομένως, η αποσταθεροποίηση δεν έρχεται “απ’ έξω” και σίγουρα δεν είναι κάποια αόρατη δύναμη που επισκέπτεται χώρες. Η αστάθεια προκύπτει από λανθασμένες πολιτικές επιλογές.

Από το 2009 η Ελλάδα έχει επιλέξει μια πολύ έξυπνη και σταθερά προσανατολισμένη εξωτερική πολιτική. Όλες οι κυβερνήσεις, κατάλαβαν ότι ο οικονομικός μαρασμός μπορεί να κοστίσει πολύ περισσότερο καθώς η Τουρκία εκείνη την περίοδο συνιστούσε ένα από τα μεγαλύτερα “θαύματα” ανάπτυξης. Η εξωτερική πολιτική εξορθολογίστηκε και έτσι απομακρύνθηκε από μύθους που την στοίχειωναν  για καιρό. Τα ελληνοτουρκικά εγκιβωτίστηκαν σε περιφερειακές πρωτοβουλίες και έτσι η Ελλάδα έγινε μια χώρα η οποία αντιλήφθηκε ότι δεν είναι “γέφυρα” της Τουρκίας με τη Δύση αλλά γέφυρα μεταξύ Βαλκανίων και Ανατολικής Ευρώπης με τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Η αναβάθμιση της Ελλάδας υποστηρίχθηκε από χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ακριβώς επειδή τα συμφέροντά τους ευθυγραμμίστηκαν με την Ελλάδα. Όμως η Ελλάδα δεν προετοιμάστηκε γι’ αυτήν την αναβάθμιση καθώς το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν έχει αντιληφθεί ότι οι σύγχρονες απειλές που αντιμετωπίζουν οι δημοκρατίες χρειάζονται θεσμική θωράκιση. Η Ελλάδα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα ανθεκτικότητας σε υβριδικές απειλές ενώ η έλλειψη γραφειοκρατικής αποτελεσματικότητας, καθιστά τη χώρα έρμαιο σε κάθε κακόβουλο κείμενο που κάνει τον γύρο του κόσμου.

Ακόμη και αν κάποιος σύμβουλος ασφάλειας ήταν σκεπτικιστής σε κάποιο κυνήγι φαντασμάτων που αφορά την αναζήτηση “σκοτεινών κέντρων που απεργάζονται σχέδια αποσταθεροποίησης της χώρας” αυτό που θα ρωτούσε αποδεχόμενος έστω για χάρη της συζήτησης αυτό το ενδεχόμενο, θα ήταν: “Τι κάνει η χώρα γι’ αυτό; Ποιές είναι οι γραμμές άμυνάς της και πώς αντιμετωπίζονται κρίσεις;”. Οι συνεργασίες στις οποίες έχουμε προχωρήσει μπορούν να μας διδάξουν τρόπους αντιμετώπισης τους οποίους βέβαια, οφείλουμε να προσαρμόσουμε στις δικές μας ανάγκες. Τα πολιτικά συστήματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι δομημένα έτσι ώστε να μην χάνουν τον βηματισμό τους λόγω κρίσεων, είτε αυτές είναι εσωτερικές, είτε εξωτερικές. Η αλλαγή μιας κυβέρνησης δεν σημαίνει και ισοπέδωση του έργου της προηγούμενης. Τα αίτια που καθιστούν το ελληνικό πολιτικό σύστημα ευάλωτο σε κρίσεις, ξεκινούν από τους ίδιους τους θεσμούς οι οποίοι όταν δεν είναι αποτελεσματικοί, διαιωνίζουν κρίσεις. Η εσωτερική μας επικαιρότητα έχει διεθνοποιηθεί και αυτή η διεθνοποίηση δίνει ένα πολύ κακό σήμα όχι μόνο στην Τουρκία, αλλά και σε χώρες-συμμάχους της Ελλάδας που βλέπουν με αμηχανία μια χώρα στην οποία έχουν επενδύσει αρκετά να μην έχει μηχανισμούς οι οποίοι να δίνουν εγγυήσεις ότι κάθε κρίση θα έχει προσωρινές επιπτώσεις και όχι σενάρια αποσταθεροποίησης. Η σημερινή Ε.Ε. δεν έχει την πολυτέλεια να έχει κράτη-μέλη της να μαστίζονται από πολιτική αστάθεια πριν καν ακόμη έλθει ο περίφημος χειμώνας που θα συγκρίνεται κατά πολλούς με αντίστοιχους του Β’Π.Π. Από τη δική μας πλευρά, οφείλουμε να αντιληφούμε ότι η αναβάθμιση μιας χώρας, σημαίνει ευθύνες και ότι στη διεθνή πολιτική η εικόνα μιας χώρας, μοιάζει πολύ με την ίδια τη ζωή. Καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα. Αυτή η εικόνα, δεν πρέπει να στηρίζεται σε συνθήματα, αφηγήματα και μονότονη επικοινωνία. Χρειάζεται επιχειρήματα καθώς το μάθημα που πήραμε (υποτίθεται) από τα χρόνια των μνημονίων, είναι ότι κανείς δεν επενδύει σε κάποια χώρα που θεωρείται διεφθαρμένη. Σε τέτοιους καιρούς, αυτό που έχει τελικά σημασία είναι το να μη δίνεις δικαιώματα καθώς αν όντως υπάρχουν “σκοτεινά κέντρα” είναι λογικό να το εκμεταλλευτούν. Η αναβάθμιση της Ελλάδας οφείλει να στηρίζεται σε ένα θεσμικό οικοδόμημα το οποίο να μπορεί να δικαιώνει όσους επενδύουν οικονομικά και γεωπολιτικά στη χώρα. Αν θέλουμε λοιπόν να μπορούμε να επικαλούμαστε ότι είμαστε μια δημοκρατία-νησίδα σταθερότητας για την περιοχή, χρειάζεται να το αποδεικνύουμε περισσότερο.

* O κ. Αλέξανδρος Δρίβας είναι Διεθνολόγος-Στρατηγικός Αναλυτής

 

πηγή: capital.gr

Recommended For You