Βίκυ Μπάλλου: «Η ζωή είναι αστείρευτη και το δικό μου το μελάνι μόνο ένα»

Πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με την ποίηση και τι σε οδήγησε σε αυτή;
Οι πρώτες μου λεξούλες – μικρές κι εκείνες σαν εμένα τότε – γράφτηκαν στο Δημοτικό,
Δ’ ή Ε’ τάξη, κι ακόμη υπάρχουν φυλαγμένες στο συρτάρι. Δεν ξέρω τι με τράβηξε
κοντά τους, απλώς μια μέρα η μαμά μου με έπιασε ν’ αφήνω συλλαβές πάνω σε
πολύχρωμα φυλλάδια – σαν παιδί που αυθόρμητα έλκεται από το παιχνίδι. Όμως, το
«δεν μπορώ χωρίς…» το ένιωσα στα μέσα Γυμνασίου. Ανεκπλήρωτος, εφηβικός
έρωτας, που δίχως άλλο, έδωσε την τέλεια αφορμή. Έκτοτε, είμαστε πιασμένες από το
χέρι, μ’ εκείνες να μου δείχνουν τον δρόμο, άλλοτε σ’ ελεύθερο πεζό ή διήγημα, άλλοτε
σε χαϊκού και, απ’ όταν πάτησα τα 20, σε στίχο.

 

 

 

 

 

 

Ποιες είναι οι επιρροές σου στην ποίηση;
Δεν ξέρω αν μπορώ να σου απαντήσω με σιγουριά, καθώς νομίζω πώς όσα μας
επηρεάζουν πιο βαθιά είναι επί το πλείστον ασυνείδητα – ή έστω, πιο περίπλοκα απ’
όσο παρουσιάζουμε. Πάντως, τα διαβάσματά μου περιλαμβάνουν κυρίως Έλληνες
ποιητές, με την Κική Δημουλά και τον Τάσο Λειβαδίτη πρώτους στη λίστα. Από ‘κει κι
έπειτα, ξέρει καλύτερα η πένα…

 Τι σου δίνει έμπνευση για να γράψεις; Βιώματα και σκέψεις, η φαντασία ή
κάτι άλλο;
Όλα αυτά και κάτι ακόμη, που όσο κι αν έχω προσπαθήσει, δεν έχω καταφέρει να
χωρέσω σε λόγια. Είναι φορές που ένα γραπτό συνδέεται άμεσα με μια στιγμή, με μια
αλήθεια, μ’ ένα παράπονο κι άλλες που κι εγώ η ίδια απορώ από ποιον σπόρο
γεννήθηκε. Αλλά έτσι είναι· η έμπνευση είναι η πιο μυστηριώδης και ταυτόχρονα η πιο
τρυφερή φίλη που θα μπορούσα να έχω. Σπάνια υπακούει σε προσκλήσεις, μα μέχρι
τώρα όποτε κι αν τη χρειάστηκα, ήταν αυθεντικά εδώ.


Πώς σκέφτηκες να δημιουργήσεις τη σελίδα Fairytale; Ήταν δική σου ιδέα
ή στο πρότεινε κάποιο κοντινό σου πρόσωπο;
Νομίζω πώς πρώτα το ένιωσα. Άκουσα τις λέξεις να μου ζητάνε ένα σπίτι που να ‘χει
τη σφραγίδα τους· ένα μέρος δικό τους, μα ανοιχτό σε κάθε ανεκτίμητο επισκέπτη.
Τους είπα, βέβαια, πώς η έκθεση δεν έχει μόνο τα καλά. Μπορεί να απογοητευτούν, να
πληγωθούν, να πάν’ σε ξένα χέρια – όπως κι έγινε. Η ανάγκη, όμως, για … το παραμύθι
έμελλε να νικήσει και, με το πέρασμα του χρόνου, να μας προσφέρει τους πιο γλυκούς
συνοδοιπόρους.
Πριν την δημιουργία της σελίδας σου είχες δημοσιεύσει ξανά κάποιο
ποίημά σου;
Ναι, η αρχή είχε γίνει περίπου ενάμιση χρόνο νωρίτερα σε λογοτεχνικές ιστοσελίδες,
που άνοιξαν την πόρτα στις άπειρες, γεμάτες συστολή λέξεις μου και τις σύστησαν
στον κόσμο. Ο πρωτόγνωρος ενθουσιασμός, το παρθενικό χαμόγελο του μοιράσματος
και το πρώτο παράπονο συνοδευμένο απ’ το «δεν τελειώνει εδώ» ανήκουν εκεί.
Ύστερα, έφτασε η ώρα να συνεχίσω το ταξίδι με δικό μου τιμόνι – παίρνοντας το δώρο
και το ρίσκο που επιφυλάσσει.
Έχεις σκεφτεί να εκδόσεις ποιητική συλλογή;
Αν σου απαντούσα όχι, όλοι θα καταλάβαιναν πώς λέω ψέματα! Μπορεί να φέρνουμε
τις λέξεις στις οθόνες, όμως – σαν τα παιδιά που, αν και μεγάλωσαν, δεν λησμονούν
το πατρικό τους – εκείνες πεθυμούν τα φύλλα των βιβλίων. Δεν θα γινόταν και
διαφορετικά. Η μυρωδιά του έντυπου χαρτιού δεν αντικαθίσταται. Και τέλος – τέλος,
οφείλω κι εγώ ένα δώρο· οι λέξεις μού έκαναν τόσα.


Όντας απόφοιτη ψυχολογίας, θεωρείς ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην
ψυχολογία και την ποίηση; Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια μορφή
ψυχοθεραπείας;
Η ποίηση, όπως και κάθε μορφή τέχνης, δεν σε ρωτά. Έρχεται, σαν τον άνεμο,
απρόσμενα και ανοίγει ένα παράθυρο στην ψυχοσύνθεσή μας. Η ψυχοθεραπεία, από
την άλλη, είναι η συνειδητή απόφαση να αφήσουμε αυτό το παράθυρο ανοιχτό και μαζί
με τον κατάλληλο συνοδοιπόρο να αγναντεύσουμε τη θέα, να δούμε τι κρύβεται πίσω
απ’ τα θεόρατα βουνά. Οπότε, η τέχνη, όπως κι ένα ταξίδι σε μέρη που αγαπάμε πολύ
ή μια συζήτηση μ’ έναν φίλο καρδιακό, είναι το εφόδιο – θεόσταλτο κι ανεκτίμητο –
όχι η ίδια η ψυχοθεραπεία.
 Έχει υπάρξει κάποια στιγμή ή περίοδος που σκέφτηκες να σταματήσεις να
γράφεις; Αν ναι, γιατί;
Έχουν υπάρξει – και θα συνεχίσουν – περίοδοι που δημοσιεύω αισθητά λιγότερα λόγω
υποχρεώσεων ή γράφω πιο σποραδικά, γιατί παίρνει η ζωή προβάδισμα. Ωστόσο,
νομίζω πώς την παύση θα την σκεφτόμουν όταν δεν είχα τι άλλο να πω ή τι άλλο να
νιώσω. Μέχρι στιγμής, δεν έχει συμβεί τίποτα από τα δύο.


Θεωρείς ότι στην ποίηση πρέπει να επικρατεί περισσότερο το συναίσθημα
ή η λογική;
Μας ζητείται να συμβιβαστούμε σε μια πραγματικότητα γεμάτη λογικά και παράλογα,
σε σημείο που συχνά, δεν το χωρά ο νους μας. Τότε, έρχεται η ποίηση. Αυτό που δεν
καταλαβαίνουμε, που δεν μπορούμε να πιστέψουμε, που δεν αντέχουμε να το
σηκώνουμε μονάχοι, τη φλόγα και το παράπονό μας τα παίρνει αγκαλιά και τους δίνει
γι’ απάγκιο ένα ζεστό φύλλο χαρτί. Εισιτήριο, ταξίδι και προορισμός της ήταν, είναι
και θα είναι εσαεί το συναίσθημα.

 Υπάρχει κάποια θεματολογία για την οποία θα ήθελες να γράψεις, αλλά δεν
έχεις καταπιαστεί ακόμα στην ποίησή σου;
Προφανώς. Άλλωστε, ο πειραματισμός κι η εξερεύνηση σε νέα μονοπάτια είναι το
αλατοπίπερο της τέχνης. Δεν είναι, όμως, μονάχα η θεματολογία μα πιο πολύ η οπτική.
Τι εννοώ; Έχω γράψει για ανθρώπους που λύγισαν, μα κανένα κείμενό μου δεν λέει για
το παιδί που κλαίει στο απέναντι δωμάτιο. Έχω γράψει και για ανθρώπους που τα
κατάφεραν, μα αν ψάξεις δεν θα βρεις το κορίτσι που νίκησε το σκοτάδι της βελόνας
σε κάποιο γραπτό μου. Έχω γράψει – πολλάκις! – για έρωτες, μα πάντα θα ‘χουν να
μου πουν κάτι ακόμα. Η ζωή είναι αστείρευτη και το δικό μου το μελάνι μόνο ένα. Δεν
θα μπορούσα να σου απαντήσω όχι.


Η Βίκυ Μπάλλου γεννήθηκε ένα φθινοπωρινό Σαββατόβραδο του 1998 στην Αθήνα,
όπου ζει μέχρι και σήμερα. Είναι ψυχολόγος, τελειόφοιτη του Μεταπτυχιακού
Προγράμματος Σπουδών Σχολικής Ψυχολογίας του ΕΚΠΑ και εθελόντρια σύμβουλος
στην πλατφόρμα Live Without Bullying. Η ενασχόλησή της με την συγγραφή ξεκίνησε
στα εφηβικά χρόνια και τα κείμενά της έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορες λογοτεχνικές
ιστοσελίδες. Από το 2018, διατηρεί το προσωπικό της ιστολόγιο, το Fairytale, που
αποτελεί το δικό της απάγκιο απ’ την καθημερινότητα. Αγαπά τις βόλτες με το
αυτοκίνητο, το θέατρο και τα λογοτεχνικά βιβλία, ενώ δεν θα πει ποτέ όχι σε ένα πιάτο
καλό φαγητό!


Μπορείτε να την ακολουθήσετε:
Instagram
Facebook

Recommended For You