Σαν σήμερα: Η 8η Σεπτεμβρίου στην Ιστορία – Πώς έριξε ο Σαμαράς τον Μητσοτάκη – Το θρίλερ του 1993

Η 8η Σεπτεμβρίου είναι η 251η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και 252η σε δίσεκτα έτη. Είναι η ημερομηνία που, το 1993, γράφτηκε στην Ελλάδα ένα πολιτικό θρίλερ απ’ αυτά που θα ζήλευε και η πιο ευφάνταστη πένα: Ο Αντώνης Σαμαράς έριξε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του, αλλάζοντας τον πολιτικό χάρτη και την ιστορία της χώρας.

Κανονικά και κατά την πάγια τακτική της στήλης, το σημερινό «σαν σήμερα» θα έπρεπε να έχει τίτλο «γιατί έριξε ο Σαμαράς τον Μητσοτάκη;», με ένα παχύ ερωτηματικό στο τέλος.

Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που στην πραγματικότητα, μέχρι σήμερα το ξέρει μόνο ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς, όχι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάποιες πολύ educated εικασίες.

Σημασία έχει ότι το τριήμερο 7-9 Σεπτεμβρίου 1993, το μέχρι πρότινος αγαπημένο παιδί και υπουργός Εξωτερικών του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο εκ Μεσσηνίας ορμώμενος Αντώνης Σαμαράς (ακόμη και σήμερα πίνουν νερό στ’ όνομά του οι Μεσσήνιοι και η Νέα Δημοκρατία του οφείλει τα μεγάλα ποσοστά της στο νομό), με 2-3 κινήσεις κατάφερε αυτό που δεν θα κατάφερνε πιθανώς ποτέ ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης:

Έριξε την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Η οποία όχι απλώς έπεσε, αλλά δεν σήκωσε ξανά κεφάλι για αρκετά χρόνια. Η αλήθεια είναι ότι σπάνια μπορεί κανείς να προβλέψει τι θα γινόταν εάν, ή εάν δεν, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι σχετικά ασφαλές να πούμε ότι η επόμενη πολιτική -και όχι μόνο- φάση της χώρας καθορίστηκε από τις κινήσεις Σαμαρά εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι και φθινόπωρο του 1993.

Μικρή πλειοψηφία – μεγάλα προβλήματα

 

Ο Μητσοτάκης πήρε τις εκλογές του 1990 και σχημάτισε κυβέρνηση με οριακή πλειοψηφία 152 εδρών, που του διασφάλισε ο Κωστής Στεφανόπουλος -παραχωρώντας του μια- και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο παραχωρώντας του μια ακόμη λόγω λάθους που διαπίστωσε στην καταμέτρηση.

Ήταν έτσι κι αλλιώς μια ακροβασία, ειδικότερα αν σκεφτεί κανείς ότι ο Μητσοτάκης δεν είχε μια καυτή πατάτα να διαχειριστεί, αλλά ένα ολόκληρο τσουβάλι από τέτοιες.

Με το καλημέρα, το φθινόπωρο του 1990, ξεκίνησαν τα προβλήματα, με πρώτο εκείνο των μαθητικών καταλήψεων στα λύκεια όλης της χώρας. Το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου 1991 σοβαρά επεισόδια ξέσπασαν στην Πάτρα, με απο­τέλεσμα τη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα από έναν τρα­πεζικό υπάλληλο, μέλος της Νέας Δημοκρατίας.

Όπου κι αν κοιτούσε κανείς, η κατάσταση ήταν δύσκολη. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1991, η σημερινή Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της από την τότε Γιουγκοσλαβία, ξεκινώντας τη μεγάλη περιπέτεια της ονομασίας, μια περιπέτεια στην οποία ενεπλάκη αυτομάτως η Ελλάδα.

Η πτώση του ανατολικού μπλοκ και η σχεδόν ταυτόχρονη επίθεση του Σαντάμ Χουσεΐν στον Περσικό Κόλπο, δημιουργούσαν διαρκή ντόμινο εξελίξεων, που δεν ήταν μόνο καταιγιστικές αλλά και κατά κανόνα απρόβλεπτες.

Την ίδια εποχή, η Νέα Δημοκρατία χάνει μια μοναδική ευκαιρία: Ο Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας καταρρέει στο Ειδικό Δικαστήριο και λίγες μέρες αργότερα πεθαίνει. Αντί για μια βέβαιη καταδίκη εις βάρος του ΠΑΣΟΚ για το σκάνδαλο Κοσκωτά, το κλίμα αντιστρέφεται και τον αποτροπιασμό διαδέχεται η συγκίνηση.

Ο Μητσοτάκης είχε όλα αυτά απέναντί του, χωρίς να έχει καθόλου καλυμμένα τα νώτα του. Το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας βράζει και είναι θέμα χρόνου μέχρι να αρχίσουν τα «όργανα». Πράγματι, το καλοκαίρι του 1991 η τριανδρία Έβερτ – Δήμα – Κανελλόπουλου ξεκινά να ασκεί εσωτερική αντιπολίτευση στον Μητσοτάκη για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησής του και όχι μόνο.

Το φθινόπωρο του 1991 ο Έβερτ κατήγγειλε έμμεσα τον Μητσοτάκη ότι διενεργούσε -μέσω της ΕΥΠ- πα­ρακολούθηση εις βάρος του. Για να μην νομίζετε -οι νεώτεροι κυρίως- ότι όλα όσα ζείτε συμβαίνουν για πρώτη φορά…

Ο Μητσοτάκης φαίνεται ότι παρ’ όλα τα προβλήματα, είχε μόνο μια βεβαιότητα: Ότι ακόμη και όλοι να στρέφονταν εναντίον του, ο Αντώνης Σαμαράς θα παρέμενε στο πλευρό του. Οι βεβαιότητες, όλοι ξέρουμε ότι δεν βγήκαν ποτέ σε καλό για κανέναν.

Για (ένα) όνομα

Στην Ελλάδα η ανακήρυξη των Σκοπίων σε ανεξάρτητο κράτος το οποίο επιθυμούσε την ονομασία «Δημο­κρατία της Μακεδονίας» τροφοδότησε έναν πρωτοφανή εθνικισμό. Ο Μητσοτάκης βρίσκεται με ένα ακόμη πρόβλημα στα χέρια του και εμπιστεύεται τον Αντώνη Σαμαρά να του το λύσει, από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1991, στις Βρυξέλ­λες, συνήλθαν οι υπουργοί εξωτερικών των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κεντρικό θέμα την ανα­γνώριση των νέων κρατών που προέκυψαν στην Ανατολική Ευρώπη, μετά τη διάλυση της Γιουγκο­σλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Σαμαράς και οι υπόλοιποι υπΕξ υπέγραψαν το πρωτόκολλο με το οποίο αποδέχονται τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, αναγνωρίζοντας την κρατική οντότητα της Κροατίας, της Σλοβενίας και της αυτοαποκαλούμενης «Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Τα Σκόπια καλούνται να προσφέρουν συνταγματικές και πολιτικές εγγυήσεις στους γείτονές τους ότι: α) Δεν έχουν εδαφικές διεκδικήσεις, β) Δεν ασκούν εχθρική προπαγάνδα, γ) Δεν χρησιμοποιούν ονομασία που υπονοεί εδαφικές διεκδικήσεις.

Από κει και πέρα τα πάντα έγιναν, όπως είπε και ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς αργότερα, «ζήτημα ερμηνείας».

Σημασία έχει ότι η κυβέρνηση και ο ίδιος ο Μητσοτάκης προσωπικά, χρεώθηκαν την αποτυχία τους να αποτρέψουν τη χρήση του όρου «Μακεδονία» από τη γειτονική χώρα, προκάλεσαν την οργή του πιο εθνικιστικού μέρους του ελληνισμού εδώ και διεθνώς, ενώ κληροδότησαν στη χώρα και ένα πρόβλημα που θα λυνόταν τελικά πολλά χρόνια αργότερα με την υπογραφή από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Σαμαράς αρχίζει να διαχωρίζει τη θέση του από αυτήν του Μητσοτάκη και μετατρέπεται σε θέσει «ηγέτη» της πιο συντηρητικής φράξιας της Νέας Δημοκρατίας, των λεγόμενων και «αβερωφικών». Ο ίδιος σηκώνει πολύ ψηλά το θέμα της ονομασίας, κάπως πολύ αργά όμως, καθώς πλέον οι εξελίξεις έχουν δρομολογηθεί με τον ίδιον ως υπΕξ.

Κάπου εκεί ξεκινά ένας εσωκομματικός αγώνας δρόμου στη ΝΔ για τη διαδοχή του Μητσοτάκη, με πρώτους δρομείς τον Έβερτ και τον Αντώνη Σαμαρά. Οφελημένος από τη σύγκρουση Μητσοτάκη-Σαμαρά, σαφέστατα ήταν ο Μιλτιάδης Έβερτ.

Στις 18 Φεβρουαρίου 1992, μετά τη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών για το θέμα της ονομασίας, παραιτείται αιφνιδιαστικά ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Αθανάσιος Κανελλόπουλος, ένας εκ των σκλη­ρών ενδοκυβερνητικών αντιπάλων του Μητσοτά­κη.

Ο Παπανδρέου, στο μεταξύ εκμεταλλεύεται στο έπακρο αυτό που φαίνεται να είναι μια πλήρως αντιφατική στάση εκ μέρους της κυβέρνησης στο θέμα της ονομασίας: Από τη μία η α­νένδοτη στάση του Αντώνη Σαμαρά (δεν πρέπει τα Σκόπια να αναγνωριστούν αν στην ονομασία τους περιέχεται ο όρος «Μακεδονία») και από την άλλη η «υποχωρητική» στάση του Μητσοτάκη (τo όνομα δεν έχει και τόση σημασία).

Στις 13 Απριλίου 1992, σε δεύτερη σύσκεψη πολιτικών αρχηγών, ήταν η τελευταία φορά που Μητσοτάκης και Σαμαράς κάθονταν μαζί. Μετά το τέλος της σύ­σκεψης, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την απόφασή του να αποπέμψει τον υπουργό εξωτε­ρικών και να αναλάβει ο ίδιος το υ­πουργείο.

Ο Σαμαράς στην παράδοση του υπουργείου δή­λωσε ότι «ο καθένας γράφει την ιστορί­α του»…

Ένα κόμμα εμπνευσμένο από τον Ελύτη

Λίγους μήνες αργότερα η κυβέρνηση, δια στόματος του νέου υπουργού εξωτερικών, Παπακωνσταντίνου, είπε ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να αναγνωρίσει και να βοηθήσει το νέο κρά­τος που σχηματίστηκε στα βόρεια σύνορά της, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα κλέ­βει τα ελληνικά ιστορικά σύμβολα και θα απα­λείψει το όνομα «Μακεδονία» από την επίση­μη ονομασία της. Εκείνη την εποχή, όλος ο πλανήτης αποκαλουσε πια τα Σκόπια ως «Μακεδονία» και η εσωκομ­ματική αντιπολίτευση απειλούσε με πτώση την κυβέρνηση, στην περίπτωση που προέ­βαινε σε αμοιβαίο συμβιβασμό με τα Σκόπια…

Στις 22 Οκτωβρίου 1992, ο Αντώνης Σαμαράς παραιτήθηκε α­πό βουλευτής, δηλώνοντας ότι προέβη σ’ αυτή την κίνηση για να μην δημιουργήσει πρόβλημα στο κόμμα και για να μην χάσει αυ­τό μια πολύτιμη έδρα.

Στις 27 Μαρτίου 1993 άρχισε συζήτηση στη βουλή με κεντρικό θέμα την ενημέρωση της εθνικής αντιπροσωπείας από τον πρωθυπουργό για τις εξελίξεις στο ζήτημα των Σκοπίων. Το ΠΑΣΟΚ κατέθε­σε πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνη­σης, που τελικά απορρίφθηκε στις 29 Μαρτί­ου. Το πρωί της ίδιας ημέρας παραιτή­θηκε από το βουλευτικό αξίωμα ο Γεώργιος Ράλλης, ο οποίος στράφηκε ευθέως κατά της κυ­βέρνησης Μητσοτάκη, κατηγορώντας την για ατυχείς χειρισμούς στην υπόθεση της ονομασίας.

Τον επόμενο μήνα, ένας πρώην υ­πάλληλος του ΟΤΕ, ο Χρήστος Μαυρίκης, με στοιχεία που έδωσε στην εφημερίδα «Ελευ­θεροτυπία», ισχυρίστηκε ότι διενεργούσε υποκλοπές για λογαριασμό του Μητσοτάκη, παρακολουθώντας κάθε πολιτικό του αντίπαλο.

Ήταν μια υπόθεση που δεν ξεχάστηκε τόσο εύκολα όσο θα ήθελε ο Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του.

Στις 30 Ιουνίου 1993 ο Α­ντώνης Σαμαράς αποσχίστηκε από τη Νέα Δη­μοκρατία και ίδρυσε την Πολιτική Άνοιξη. Το όνομα του κόμματος, εμπνεύστηκε, όπως είπε ο ίδιος, από τον Ελύτη. Ο Σαμαράς έλεγε τότε ότι δεν ήταν στις προθέ­σεις του να ανατρέψει την κυβέρνηση.

Την επόμε­νη ημέρα από την ίδρυση του κόμματος Σα­μαρά ένας βουλευτής της ΝΔ, ο Δημήτρης Σταμάτης, ανακοίνωσε την παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα και την προσχώρησή του στην Πολιτική Άνοιξη.

Ακολουθούν η υπόθεση της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ, την υλοποίηση της οποίας ανέλαβε ο Στέφανος Μάνος και η πώληση της ελληνικής κρατικής τσιμε­ντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ-Ηρακλής στην ιταλική επιχείρηση Καλτσεστρούτσι, δύο θέματα που προκάλεσαν τεράστιες αντιπαραθέσεις και αντιδράσεις σε πολιτικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο.

Στις 4 Αυγούστου 1993 ο βουλευτής της ΝΔ, Νί­κος Κλείτος, καταψήφισε στο θερινό τμήμα της Βουλής τροπολογίες που αφορούσαν το φορολογικό νομοσχέδιο, στις 10 Αυγούστου 1993 ο Μιλτιάδης Έβερτ καταψήφισε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή το νομο­σχέδιο για τη μερική αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ και πλέον ήταν πασιφανές ότι η κυβέρνηση Μητσοτά­κη ήταν στον αναπνευστήρα.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως αποστασία

Τη Δευτέρα 6 Σε­πτεμβρίου 1993, ο Αντώνης Σαμαράς δηλώνει: «Η Πολιτική Άνοιξη θεωρεί ότι η κατολί­σθηση της χώρας σε εθνικό, οικονομικό, θε­σμικό και κοινωνικό επίπεδο ξεπέρασε πλέον τα όρια του πολιτικού συναγερμού. Και πι­στεύει ότι μόνον η διακοπή ανοχής προς τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να αποτρέψει ε­περχόμενα δραματικά γεγονότα που θα εξω­θούσαν μοιραία σε ακρότητες την κοινωνική ι­σορροπία του τόπου. Κατά συνέπεια καθιστώ δημόσια σαφές προς όλους ότι Άνοιξη και στήριξη της κυβέρνησης αποτελούν δύο αντί­θετες θέσεις που είναι αδύνατον να συνυπάρ­ξουν»…

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, λάμβανε κατά μια έννοια «μια γεύση της δικής του συνταγής», καθώς ουσιαστικά ο Σαμαράς του έκανε το ίδιο που έκανε εκείνος στον Γεώργιο Παπανδρέου το 1965.

Ο ίδιος αντέδρασε, λέγοντας: «Ο Αντώνης Σαμαράς έ­κανε απόψε το βήμα προς τη μεγάλη προδοσί­α του 47% του ελληνικού λαού. Γίνεται όργα­νο των αντιπάλων μας και των οικονομικών συμφερόντων των οποίων είναι δέσμιος με σκοπό να πλήξει πισώπλατα την παράταξη που τον δημιούργησε, την ώρα που η σκληρή προσπάθεια τρεισήμισι ετών αποδίδει τους καρπούς της, αδιαφορώντας για τα συμφέρο­ντα της χώρας και του ελληνικού λαού».

Σρις 7 Σεπτεμβρίου κι ενώ η κυβέρνηση δεν είχε ακόμα απωλέσει τη «δε­δηλωμένη» στη βουλή, ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Στέφανος Στεφανόπουλος, παρέδωσε επιστολή στον πρόεδρο της βου­λής, Αθανάσιο Τσαλδάρη, με την οποία τον ε­νημέρωνε ότι καθίσταται πλέον ανεξάρτητος βουλευτής και αίρει την εμπιστοσύνη του από την κυβέρνηση.

Η ΝΔ μένει με 151 βουλευτές.

Την Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 1993, δύο ακόμα βουλευτές της ΝΔ αποχώρησαν από το κόμμα το οποίο τους εξέλεξε και προσχώρησαν στην ΠΟΛΑΝ: ο Νίκος Κλείτος και ο Βασίλης Μαντζώρης. Ανακοινώθηκε ταυτόχρονα η παραίτησή τους από το βουλευτικό α­ξίωμα, ώστε να παραμείνει η ΝΔ με 151 έδρες.

Την Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 1993, ένας σχετικά άγνωστος βουλευτής, ο Γιώργος Συμπιλίδης, κατέθεσε στο γραφείο του προέδρου της βου­λής δήλωση, σύμφωνα με την οποία αίρει την εμπιστοσύνη του προς την κυβέρνηση και κα­θίσταται ανεξάρτητος βουλευτής, αποχωρώ­ντας από τη ΝΔ και προσχωρώντας στην ΠΟΛΑΝ. Την ίδια ώρα ένας άλλος βουλευ­τής της ΝΔ, ο Άκης Γεροντόπουλος, πα­ραιτήθηκε από το βουλευτικό αξίωμα και προσχώρησε κι αυτός στην ΠΟΛΑΝ.

Ο Μητσοτάκης στηριζόταν πλέον μόνο σε 150 βου­λευτές και έπρεπε να πάει σε πρόωρες εκλογές. Εκλογές που πράγματι έγιναν την Κυριακή 10 Οκτωβρίου 1993.

Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλο­γές με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καθώς το 46,88% τού έδωσε 171 έδρες με το νέο εκλογικό νόμο που είχε φέρει ο ίδιος ο Μητσοτάκης, ξέρουμε όλοι τι είναι το κάρμα.

Η Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά πήρε την τρίτη θέση, με περίπου 5%. Ο Μητσοτάκης παραιτείται από την ηγεσία της ΝΔ και νέος πρό­εδρός της εξελέγη ο Μιλτιάδης Έβερτ.

Ποιοι έριξαν τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη; Τα συμφέροντα, οι σκοτεινές δυνάμεις, οι εχθροί του κράτους, η αδυναμία των Ελλήνων να καταλάβουν την πρωτοπόρα πολιτική του, ό,τι σενάριο υπάρχει και δεν υπάρχει είναι διαθέσιμο για το πολιτικό θρίλερ του 1993.

Σε επίπεδο μη-σεναριακό και πραγματικότητας, πάντως, η απάντηση είναι μόνο μια:

Τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή της Νέας Δημοκρατίας έριξε ο Αντώνης Σαμαράς.

[Πηγή]

Recommended For You